Καθώς μεγαλώνουμε, γινόμαστε περισσότερο ο εαυτός μας
Καθώς οι άνθρωποι μεγαλώνουν, συχνά λέγεται ότι «γίνονται πιο πολύ ο εαυτός τους». Η φράση αυτή κρύβει μια βαθιά υπαρξιακή αλήθεια: το να είναι κανείς ο εαυτός του δεν είναι σημείο εκκίνησης, αλλά επίτευγμα. Δεν γεννιόμαστε με μια έτοιμη, σταθερή ταυτότητα· τη διαμορφώνουμε μέσα από εμπειρίες, επιλογές, σχέσεις και συγκρούσεις.
Η πορεία προς το «είμαι ο εαυτός μου» είναι μακρά, συχνά αντιφατική και σίγουρα όχι γραμμική. Κάθε ηλικία προσθέτει κάτι: συνειδητοποίηση, απώλεια, απελευθέρωση, ευθύνη. Στο βάθος, όμως, παραμένει ένα σταθερό αίτημα: να ζήσουμε με τρόπο που να μας μοιάζει.
Το «είμαι ο εαυτός μου» δεν είναι δεδομένο
Στις πρώτες δεκαετίες της ζωής μας, μεγάλο μέρος της ταυτότητάς μας διαμορφώνεται μέσα από τους άλλους: γονείς, σχολείο, κοινωνικές προσδοκίες, πολιτισμικά πρότυπα. Μαθαίνουμε τι «πρέπει» να είμαστε πριν προλάβουμε να ρωτήσουμε τι πραγματικά θέλουμε.
Το να είναι κανείς ο εαυτός του δεν σημαίνει να κάνει ό,τι αισθάνεται αυθόρμητα. Σημαίνει να έχει επεξεργαστεί σε κάποιο βαθμό τις επιρροές που δέχτηκε, να έχει επιλέξει τι κρατά και τι αφήνει. Πρόκειται για αποτέλεσμα εσωτερικής δουλειάς, όχι για αυθόρμητο δεδομένο.
Η ωρίμανση ως διαδικασία απογύμνωσης
Καθώς μεγαλώνουμε, συχνά παρατηρείται μια διαδικασία απογύμνωσης. Κάποια πράγματα παύουν να μας ενδιαφέρουν, κάποιοι ρόλοι μας στενεύουν, κάποιες προσδοκίες των άλλων δεν αντέχονται πια. Αυτό που φαίνεται ως «μείωση» είναι συχνά μια εσωτερική καθαρότητα.
Δεν αποκτούμε απαραίτητα περισσότερα, αλλά γινόμαστε πιο συγκεκριμένοι. Χάνουμε ίσως μέρος της εξωτερικής προσαρμοστικότητας, αλλά κερδίζουμε σε εσωτερική συνοχή.
Η σύγκρουση ανάμεσα στο ανήκειν και στην αυθεντικότητα
Σε όλη τη διάρκεια της ζωής, ο άνθρωπος κινείται ανάμεσα σε δύο βασικές ανάγκες: την ανάγκη να ανήκει και την ανάγκη να είναι αυθεντικός. Στην αρχή, το ανήκειν κυριαρχεί: θέλουμε να μας αποδεχτούν, να μην ξεχωρίζουμε, να μη διακινδυνεύουμε την απόρριψη.
Με τα χρόνια, όμως, η ανάγκη για αυθεντικότητα δυναμώνει. Η εσωτερική ένταση μεγαλώνει όταν η ζωή μας μοιάζει περισσότερο με απάντηση στις προσδοκίες των άλλων παρά σε δικές μας επιλογές.
Το τίμημα της αυθεντικότητας
Το να γίνεται κανείς περισσότερο ο εαυτός του έχει τίμημα. Μπορεί να χαθούν ορισμένες σχέσεις, να κλονιστούν σταθερές, να αλλάξουν ρόλοι. Η «άνεση» του να είμαστε όπως μας θέλουν οι άλλοι, δίνει τη θέση της σε μια πιο απαιτητική, αλλά και πιο έντιμη σχέση με τον εαυτό.
Αυτό το τίμημα είναι συχνά ο λόγος που πολλοί άνθρωποι καθυστερούν ή αποφεύγουν να κάνουν βήματα προς την αυθεντικότητα.
Η συμβολή της ψυχοθεραπείας στην πορεία προς τον εαυτό
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος όπου ο άνθρωπος εξερευνά με μεγαλύτερη σαφήνεια το ερώτημα: «ποιος είμαι όταν δεν προσπαθώ να είμαι αυτό που περιμένουν οι άλλοι;». Δεν πρόκειται για μια θεωρητική άσκηση, αλλά για βιωματική διερεύνηση.
Μέσα από την κατανόηση της προσωπικής ιστορίας, των τραυμάτων, των αμυνών και των επιθυμιών, το άτομο αποκτά πρόσβαση σε πλευρές του εαυτού που ίσως είχαν μείνει στο περιθώριο. Το να είναι κανείς ο εαυτός του προϋποθέτει να έχει πρώτα τον συναντήσει.
Μεγαλώνοντας, γινόμαστε πιο «συγκεκριμένοι»
Με την ηλικία, οι άνθρωποι συχνά γίνονται πιο ξεκάθαροι: στα «ναι» και στα «όχι», στις αντοχές και στα όριά τους. Κάποιοι το ερμηνεύουν αυτό ως «σκληρότητα» ή «ακαμψία». Από μια άλλη σκοπιά, όμως, πρόκειται για μεγαλύτερη συνοχή.
Ο άνθρωπος που έχει δουλέψει με τον εαυτό του δεν προσπαθεί πια να είναι όλοι και όλα. Αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να ικανοποιήσει κάθε προσδοκία χωρίς να προδώσει τον εαυτό του.
Ο εαυτός ως διαρκές έργο, όχι τελικό προϊόν
Παρότι μιλάμε για το «να γίνω ο εαυτός μου», δεν υπάρχει ένα τελικό, στατικό σημείο όπου η διαδικασία ολοκληρώνεται. Ο εαυτός είναι διαρκές έργο, που αναδιαμορφώνεται μέσα από νέες εμπειρίες, σχέσεις και επιλογές.
Το επίτευγμα δεν είναι να φτάσει κανείς σε μια τέλεια, αμετάβλητη εκδοχή του εαυτού. Είναι να ζει με περισσότερη συνέπεια προς αυτό που γνωρίζει, σε κάθε φάση της ζωής, ότι τον εκφράζει.
Το πέρασμα από το «φαίνομαι» στο «είμαι»
Σε πολλές περιόδους της ζωής, δίνουμε ιδιαίτερο βάρος στο πώς φαινόμαστε: στην εικόνα, στην αναγνώριση, στην επιβεβαίωση. Με τον χρόνο, για αρκετούς ανθρώπους, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από το φαίνομαι στο είμαι.
Αυτό δεν σημαίνει αδιαφορία για τους άλλους. Σημαίνει, όμως, ότι η εξωτερική αποδοχή παύει να είναι το μοναδικό κριτήριο. Η εσωτερική αίσθηση συνοχής αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα.
Το να είναι κανείς ο εαυτός του ως πράξη ευθύνης
Το να είναι κανείς ο εαυτός του δεν είναι μόνο προσωπικό δικαίωμα. Είναι και πράξη ευθύνης. Όταν ο άνθρωπος ζει πιο κοντά σε αυτό που είναι, γίνεται πιο ειλικρινής στις σχέσεις του, πιο ξεκάθαρος στις δεσμεύσεις του και πιο διαφανής στις επιλογές του.
Αυτή η στάση μπορεί να φέρει συγκρούσεις, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί σχέσεις με λιγότερη υποκρισία και περισσότερη αλήθεια.
Ένα επίτευγμα που χτίζεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής
Τελικά, καθώς μεγαλώνουμε, πράγματι γινόμαστε περισσότερο ο εαυτός μας — εφόσον επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ακούσει τις εσωτερικές του ανάγκες και να αναλάβει το κόστος της αυθεντικότητας.
Το να είναι κανείς ο εαυτός του είναι ένα επίτευγμα που χτίζεται σιωπηλά μέσα στα χρόνια: μέσα από επιλογές, ρήξεις, αναθεωρήσεις, αλλά και μέσα από μικρές, καθημερινές πράξεις συνέπειας. Δεν είναι προνόμιο λίγων. Είναι δυνατότητα που ανοίγεται σε κάθε άνθρωπο που τολμά να αναρωτηθεί, με ειλικρίνεια: «ζω τη ζωή που πραγματικά με εκφράζει;».
