Μία από τις υψηλότερες ευθύνες του θεραπευτή είναι να προστατεύει την ελπίδα στη θεραπεία. Ο ρόλος μας δεν είναι να προσφέρουμε εύκολες διαβεβαιώσεις ούτε να αφαιρούμε τον πόνο, αλλά να βοηθάμε τον άνθρωπο να δει ότι, ακόμη και μέσα στο σκοτάδι, υπάρχει δυνατότητα κίνησης, αλλαγής, νοήματος. Η ελπίδα στη θεραπεία δεν είναι ουτοπική αισιοδοξία· είναι η ήσυχη βεβαιότητα ότι κάτι μπορεί να μετακινηθεί, έστω και μισό βήμα τη φορά.
Για να αφυπνίσουμε την ελπίδα, χρειάζεται πρώτα να την αναγνωρίσουμε εκεί όπου ήδη υπάρχει: σε μια μικρή απόφαση, σε μια ειλικρινή παραδοχή, σε μια στιγμή ευαλωτότητας. Ο θεραπευτής γίνεται μάρτυρας και φύλακας αυτών των σπόρων ελπίδας, ειδικά όταν ο θεραπευόμενος δεν μπορεί να τους δει. Με την σταθερή παρουσία, την αποδοχή και την αλήθεια, δημιουργείται ένας ψυχικός χώρος όπου η ελπίδα δεν επιβάλλεται, αλλά αναδύεται ως προσωπική, αυθεντική εμπειρία.
